1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 21

Ξύπνα Περδικομάτα μου

Ξύπνα Περδικομάτα μου μωρέ κι ήρθα στο μαχαλά σου

Χρύσα πλεξούδια σου ΄φερα μωρέ να πλέξεις τα μαλλιά σου

Όλα τα αηδόνια ζήλεψαν μωρε και πεταξαν σιμά σου

κι όλα λαλούσαν κι έλεγαν μωρε χαρά στην εμορφιά σου

Μαριόλα

Ωχ σήκω Μαριόλα η Ρούσα από τη Γη

Ωρε κι από το μαύρο χώμα

Μαριόλα μου

Ωχ με τι ποδάρια να σκωθώ

Ωρε χεράκια να ακουμπήσω

Μαριόλα μου

Ωχ κάνε τα νύχια σου τσαπιά

Ωρε τις απαλάμες φτυάρια

Μαριόλα μου

Ο Ερωμένος

Ξύπνα καὶ μὴ κοιμᾶσαι,

χρυσό μου καναρίνι,

ξύπνα ἀπὸ τὸν ὕπνο

ν’ἀκοῦς πῶς τραγουδῶ.

Σηκώνομ’ ὁ καϋμένος

σὰν παραπονεμένος,

καὶ τ’ ἅρματά μου βάνω

πάνω νὰ κυνηγῶ.

Λαγούς περδίκια νἃβρω,

πουλάκια νὰ σκοτώσω,

κ’ ἐσένα νὰ γλυτώσω,

κορμὶ ἀγγελικό.

Ψιλὴ βροχοῦλα πιάνει,

πολὺ μοῦ κακοφάνη,

κλίνη γιὰ νὰ πλαγιάσω,

νὰ εὕρω δὲν μπορῶ.

Ἐκεί βλέπω ἕνα πύργο,

ποῦ λάμπει σὰν τὸν ἥλιο,

μιὰ νιὰ κάθεται μέσα

καὶ γλυκοτραγουδεῖ.

Μοῦ φαίνεται νὰ λέγῃ

Νέοι καὶ νιαῖς, χαρεῖτε,

Λγιατ’ ὁ καιρὸς διαβαίνει,

καὶ δὲν γυρίζει πλιά.

Ο Κυνηγός

Μια λυγερὴ καυχήθηκε ‘ς ἀνατολὴ, σὲ δύσι,

πῶς δὲν εὐρέθη κυνηγὸς νὰ τήνε κυνηγήσῃ,

το ἠκουσα κι’ ἁρματώθηκα νὰ τήνε κυνηγήσω,

τὴν ἔπισα τὴν ἔσφιξα, κάνω νὰ τὴν φιλήσω˙

κ’ἡ κόρ’ἀπὸ τὸ φόβο της μοῦ μένει λιγωμένη,

κ’ ἐθάρρεψα κ’ ἐγ’ ὀρφανὸς πῶς ἧταν πεθαμένη,

καὶ βγάνω τὸ σπαθάκι μου, καὶ πιάνω σκάφτω λάκκο,

καὶ ἔθαψα τὴ λυγερὴ σὲ μιὰ μηλιὰ ‘πὸ κάτω.

μηλιά μου μὲ τὰ μῆλά σου, δίνε καὶ τῶν διαβάτων

νὰ συγχωρνοῦν τὴ λυγερὴ ποῦ κοίτετ’ ἀπὸ κάτω.

Το πουλί

Ἕνα πουλὶ, μικρὸ πουλὶ, θέλω νὰ τὸ μερώσω,

καὶ νὰ τὸ βάλω στὸ κλουβὶ, γιὰ νὰ τὸ καμαρώσω˙

ἀφ’ ὄντας ‘γὼ τὸ μέρωσα, πολὺ ἀγαπησέ με,

κι’ ἄνοιγε τῄς φτερούγαις του, ἔρχουνταν κ’ εὔρισκέ με,

μὰ ἧρθ’ ἡ ὥρα τοῦ πουλιοῦ γλυκὰ νὰ κελαϊδῃσῃ,

κ’ ἐμίσεψε καὶ μ’ ἄφησε στοῦ ἔρωτα τὴν κρίσι˙

Του Έρωτα (Άι της αγάπης μαχαιριά)

Άει σκοτεινό φως του έρωτα τρεμάμενο αίμα του έρωτα

μες τη γητειά σου ελησμόνησα τους φονιάδες καιρούς

γέννησα ρόδινα μωρά σε μέλλον με αστέρια

άει σκοτεινό φως του έρωτα

Άει της αγάπης μαχαιριά στης νιότης το κρουστό κορμί

πληγή που ανάβλυζε ευωδιές φιλιών και μουσική

ντύνοντας το γυμνό έρημο κόσμο

άει της αγάπης μαχαιριά

Άει της αγάπης μαχαιριά άει της αγάπης μαχαιριά

άει της αγάπης μαχαιριά άει της αγάπης μαχαιριά

Το μήλο

Όταν το μήλο πέσει στο χώμα

δεν το βάζουνε στο στόμα

το πετάν’ όπου βρεθεί

σα ψυχή να μαραθεί

Οϊ λαϊλέ οϊ λουλέ

είμ’ εγώ για σένα, κι εσύ για με

Όταν η βάρκα βρίσκει το κύμα

της ζωής χάνει το νήμα

και γυρνάει εκεί κι εδώ

στον αφρό και στο βυθό

Οϊ λαϊλέ οϊ λουλέ

είμ’ εγώ για σένα, κι εσύ για με

Σ’ αφήνω την καλονυχτιά

Σ’ αφήνω την καλονυχτιά

Λαμπάδα μου γραμμένη

Κι εγώ πάω στο σπίτι μου

Με την καρδιά χαμένη

Μια χάρη μόνο σου ζητώ

αχ και να με συμπαθήσεις

το παραθύρι τ’ ακρινό

απόψε μην το κλείσεις.

Αχ, οι νύχτες είναι βάσανο

γι’ αυτούς που αγαπούνε

γι αυτούς που έχουν μυστικά

και δεν τα μάρτυρούνε.

Κοντούλα λεμονιά - Dust in the wind

Μώρη κοντούλα λεμονιά

με τα πολλά λεμόνια, Βήσσανιώτισσα

σε φίλησα κι αρρώστησα

και το γιατρό δε φώναξα

I close my eyes

Only for a moment and the moment's gone

All my dreams

Pass before my eyes, a curiosity

Dust in the wind

All we are is dust in the wind

Dust in the wind

Everything is dust in the wind

Έτσι αγαπάω εγώ

Αν αγαπάς αληθινά

παίρνεις τα όρη τα βουνά

και τραγουδάς

τον έρωτά σου στη σελήνη

Κι ύστερα στέκεις σιωπηλά

να `ρθουν τ’ αστέρια χαμηλά

για να τους πεις

μέχρι που θα `φτανες για κείνη

Αν αγαπάς αληθινά

έχεις δυο μάτια φωτεινά

και μια καρδιά

παντοτινά ξελογιασμένη

Αν αγαπάς αληθινά

φεύγεις ταξίδια μακρινά

και το κορμί σου

να γυρίσεις περιμένει

Έτσι αγαπάω εγώ

έτσι αγαπώ

τίποτα για μένα

για μένα δεν κρατώ

Έτσι αγαπάω εγώ

έτσι αγαπώ

όλα εγώ τα δίνω

για κείνη που αγαπώ

Αν αγαπάς αληθινά

δε βλέπεις μαύρο πουθενά

και στο μυαλό σου

το κορμί της έχεις μόνο

Αν αγαπάς αληθινά

έχεις δυο μάτια φωτεινά

και μια καρδιά

παντοτινά ξελογιασμένη

Αν αγαπάς αληθινά

φεύγεις ταξίδια μακρινά

και το κορμί σου

να γυρίσεις περιμένει

Έτσι αγαπάω εγώ

έτσι αγαπώ

τίποτα για μένα

για μένα δεν κρατώ

Έτσι αγαπάω εγώ

έτσι αγαπώ

όλα εγώ τα δίνω

για κείνη που αγαπώ

Ασημόκουπα - Θαλασσογραφία

Με τούτη (ν') ασημόκουπα, μωρέ,

θέλω να πιω πέντ' έξι,

κι αν δε μεθύσω κόρη μου, μωρέ,

κέρνα μ' όσο να φέξει.

Ώσπου να σκάσ(ει) η ανατολή, μωρέ,

να πάει η πούλια γιόμα.

Να κάτσω να συλλογιστώ, μωρέ,

να πω όλα τα κιντέρια.

Η ξενιτιά κι ο θάνατος, μωρέ,

η πίκρα και η ορφάνια.

Τα τέσσερα ζυγίστηκαν, μωρέ,

σ' ένα βαρύ καντάρι.

βαρύτερα είν' τα ξένα.

Χωρίζει η μάνα το παιδί, μωρέ,

και το παιδί τη μάνα.

Χωρίζει κι ένα αντρόγυνο, μωρέ,

(ν') ένα καλό ζευγάρι.

Στον τόπο που χωρίσανε, μωρέ,

δε φύτρωσε χορτάρι.

Να μας πάρεις μακριά,

να μας πας, στα πέρα μέρη

φύσα θάλασσα πλατιά,

φύσα αγέρι φύσα αγέρι.

Καπέσοβο

Ορέ στο Κάιρο ν’ αρρώστησα

στα Γιάννενα θα γειανω.

Στην άκρη στο Καπέσοβο

θα πέσω να πεθάνω.

Όλγα ζάχαρη Όλγα μέλι

Όλγα ζαχαροθρεμένη.

Ορέ Καπέσοβο Καπέσοβο

που `χεις το Κρυονέρι

Έχεις κορίτσια όμορφα

που είναι γλυκά σαν μέλι.

Όλγα ζάχαρη Όλγα μέλι

Όλγα ζαχαροθρεμένη.

Ορέ Καπέσοβο Καπέσοβο

ν’ όσο μικρό κι αν είσαι

Έχεις κορίτσια όμορφα

και μην παραπονείσαι.

Όλγα ζάχαρη Όλγα μέλι

Όλγα ζαχαροθρεμένη.

Με μάραναν τα ξένα

Με μάραναν τα ξένα και τα μακρι νά

με μάραναν της κόρης τα μηνύμα τα.

Αν το 'χεις ξένε μ' να 'ρθεις, να 'ρθεις γρήγο ρα,

δικοί μου με πα ντρεύουν και με προξε νούν.

Γέρον άντρα μου δίνουν το βαριόμοι ρο,

Το βράδυ με μα λώνει για τα στρώμα τα

Και το πρωί με στέλνει το βαριόμοι ρο

Και το πρωί με στέλνει για κρύο νε ρο

Συκλον βαρύ μου δίνει κι άλυσο κο ντό.

Βρε το νερό να βγάλω βασανίζο μαι

Σαράντα οργιές μα λλάκια το βαριόμοι ρο

Σαράντα οργιές μα λλάκια όλα τα ΄κο ψα

Το ρίχνω και δε φτάνει το βαριόμοι ρο

Το ρίχνω και δε φτάνει το βαριόμοι ρο

Αποχωρισμός - Αγαπητικός και Αγαπητική

Κάλλια νὰ ἰδῶ τὸ αἷμά μου ςὴ γῆς νὰ κοκκινίσῃ,

παρὰ νὰ ἰδῶ τα’χείλια σου, ἄλλος νὰ τὰ φιλήσῃ.

δός μού το, κόρη, τὸ φιλὶ, δός το μὴν τὸ λυπᾶσαι,

νὰ τὤβρῃς στὸμ παράδεισο κρεββάτι νὰ κοιμᾶσαι

Θοδωρούλα - Μπαζαρκάνα

Τὸ μάθεταν τί γίνηκε μέσα στὸ Σαλονίκη,

μέσα στὸ φραγκομαχαλᾶ καὶ στὰ στενὰ σουκάκια;

ἡ Θωδωροῦλα σήκωσε πράσινο μπαϊράκι,

κ’ ἡ μάνα της τῆς ἔλεγε, κ’ ἡ μάνα της τῆς λὲ(γ)ει,

«κάλλιά ‘ταν, Θωδωροῦλά μου, νὰ σ’ ἔθαφταν παπάδες,

παρὰ τὸ νάμι πὤδωκες στοὺς φραγκομαχαλάδες.»

Αχ να σκάσεις Μπαζαρκάνα, Μπαζαρκάνα

Αχ να σκάσεις Μπαζαρκάνα, Μπαζαρκάνα,

εγώ ειμ’ ασίκης σου

που ‘ρχομαι κάθε βράδυ κάθε βράδυ

έξω απ’ το σπίτι σου.

Εσύ είσ’ αρχοντοπού-αρχοντοπούλα

κι εγω σκλαβάκι σου

πάρε με να σου στρώνω Μπαζαρκάνα

το κρεβατάκι σου.

Εσύ εισ’ αρχοντοπούλα-αρχοντοπούλα

κι εγώ φτωχό παιδί

εγώ θα σε φιλή-θα σε φιλήσω

κι ας μπω στη φυλακή

Χέρι να μην απλώ-να μην απλώσεις

στο φουστανάκι μου αμάν αμάν,

γιατί ειμ’ αρχοντοπού-αρχοντοπούλα

βαρύ το τζάκι μου.

Εσύ κι αν δεν με θε-κι αν δεν με θέλεις

εγώ παντρεύομαι

και παίρνω μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια

παίζω και χαίρομαι.

Ὁ ποταμὸς σέρνει κλαριὰ κ’ ἡ θάλασσα καράβια,

στῆς Θωδωρούλας τὴμ ποδιὰ σφάζουνται παλληκάρια.

Η Αναγνώσταινα και η Νύφη της (Γκτετής) - Νεραντζιά

-ἄϊ, μωρὲ γκετὴ, σοῦ ζύμωνα ψωμί-

-καὶ ψωμὶ θελὰ μοῦ ζ(υ)μώσῃς

καὶ φιλὶ θελὰ μοῦ δώσῃς.

-ἄϊ, μωρὲ γκετῆ, σὲ κέρναγα κρασὶ,-

-καὶ κρασὶ θελὰ μοῦ βγάλῃς,

ςὸ πλευρό σου θὰ μὲ βάλῃς.

-κόρη μ’ δὲν εἶσαι ὤμορφη,

ξανθὴ καὶ μαυρομάτα.

-πέρνα ἀπὸ τὸν Τούρναβο, ἔβγα στὸ Σαλονίκι,

καὶ κόψε μου φορέματα, καὶ

φκιάσε μου ἀρμάταις,

νὰ ἰδῇς πῶς γένουμ’ ὤμορφη,

ξανθὴ καὶ μαυρομάτα.

Νεραντζιά, νεραντζιά,

νεραντζιά μου ανθισμένη σ’ αγαπώ,

χρόνια σ’ αγαπώ

Άιντε νεραντζιά κοντούλα και γιομάτη,

Άιντε εσένα ε έβαλα στο μάτι.

Άιντε νεραντζιά εσύ θα με τρελάνεις,

Άιντε με τα να τα νάζια που μου κάνεις

Νεραντζιά, νεραντζιά,

νεραντζιά με τ’ άνθη και με τον καρπό

χρόνια σ’ αγαπώ

Άιντε νεραντζιά κοντούλα και γιομάτη,

Άιντε εσένα ε έβαλα στο μάτι.

Άιντε νεραντζιά κοκκινοφορεμένη

Άιντε πως μοσχό μοσχόβολας καημένη

Καίγομαι και Σιγολιώνω

Καίγομαι και σιγολιώνω

και για σένα μαραζώνω

αχ, τι καημός

Μίλησέ μου μίλησέ μου

δυο λογάκια χάρισέ μου

αχ, ο φτωχός

Σ’ αγαπώ σ’ αγαπώ

ως κανένας άλλος

στην καρδιά μου ρίζωσε

έρωτας μεγάλος

Τι να κάνω τι να κάνω

αχ ο μαύρος θα πεθάνω

αχ, τι καημός

Μίλησέ μου μίλησέ μου

δε σε φίλησα ποτέ μου

αχ, ο φτωχός

Σ’ αγαπώ σ’ αγαπώ

ως κανένας άλλος

στην καρδιά μου ρίζωσε

έρωτας μεγάλος

Μίλησέ μου μίλησέ μου

δε σε φίλησα ποτέ μου

αχ, τι καημός

Γέλα πουλί μου - Ξενιτεμένο μου πουλί

Μου φαίνεται σαν να `ναι χθες

μα πάνε τόσα χρόνια

που σαν βιολί το σώμα σου

στα χέρια μου κρατούσα

Με το ραδιόφωνο σιγά

μες στ’ απαλό σκοτάδι

θα τρόμαζες αν ήξερες

πόσο σε αγαπούσα

Τίποτα δεν έχει αλλάξει

και τίποτα δεν είναι όπως παλιά

μένει όμως ακόμα ένα πείσμα

που δεν είναι συνήθεια μοναχά

Ξενιτεμένο πουλί

και παραπονεμένο

μωρέ ξένε μου

και παραπονεμένο.

Η ξενιτιά σε χαίρεται

κι εγώ έχω τον καημό σου

μωρέ ξένε μου

κι εγώ έχω τον καημό σου.

Γέλα γέλα πουλί μου γέλα

Γέλα

Είν ́η ζωή μια τρέλα

Νανάρισμα

Ἐδῶ ̓́νε κόρη ν ὤμορφη, ξανθὴ καὶ μαυρομμάτα ̇

τῆς τάζουν γυιὸν τοῦ βασιλιᾶ, τῆς τάζουν γυιὸν τοῦ ρήγα ̇

δὲν θέλει γυιὸν τοῦ βασιλιᾶ δὲν θέλει γυιὸν τοῦ ρήγα,

μουν’ θέλει τ’ ἀρχοντόπουλο μὲ τῇς πολλαὶς χιλιάδαις,

κι’ ἐκεῖνο τ’ἀρχοντόπουλο πολλαὶς χιλιάδαις θέλει,

γυρεύει τἄστρι πρόβατο καὶ τὸ φεγγάρι γίδι,

χαλεύει κι’ ἕνα ἄλογο καὶ μπούρκαλο γελάδι,

χαλεύει σ(ι)τάρι’ ἀθέριστα, κι‘ ὄλους τοὺς θεριστάδαις,

χαλεύ(ει) ἀμπέλι(α) ἀτρύγιςα μ’ὅλους τοὺς τρυγιςάδαις

χαλεύει μύλους δώδεκα κι’ ὅλους τοὺς μυλωνάδαις,

πέντε νἀλέθουν μὲ νερὸ καὶ ἔξι μὲ τὸ γάλα,

κ’ ὁ τρίτος ὁ καλλίτερος ν’ ἀλέθῃ μὲ τὸ δάκρυ.

Ξεχωρίσματα

Αχ τώρα στα ξεχωρίσματα ελα γιέ μου να φιληθούμε,

αχ ελα γιέ μου να φιληθούμε,

ωχ γιατί έχουμε ζωή και θάνατο, ποιός ξέρει αν θ’ ανταμωθούμε

αχ ποιός ξέρει αν θ’ ανταμωθούμε.

Έλα που σε περιμένω, ταίρι μου ξενιτεμένο.